Iota Orionis: Ο παλλόμενος φάρος ενός αστερισμού

Αστρονόμοι του πρότζεκτ Αστερισμών BRITE (BRight Target Explorer) και του Παρατηρητηρίου Ritter ανακάλυψαν μια επαναλαμβανόμενη αύξηση της τάξεως του 1% στο φως ενός γιγαντιαίου αστεριού, η οποία θα μπορούσε να αλλάξει την κατανόηση που έχουμε για τέτοιου είδους αστέρια. 

Το Iota Orionis είναι ένα δυαδικό σύστημα αστεριών και εντοπίζεται εύκολα με το γυμνό μάτι μιας και είναι το φωτεινότερο αστέρι στο ξίφος του αστερισμού του Ωρίωνα. Η μοναδική ποικιλομορφία του, που αναφέρεται σε τεύχος του περιοδικού Monthly Notices of the Royal Astronomical Society, ανακαλύφθηκε χρησιμοποιώντας τους μικρότερους αστρονομικούς διαστημικούς δορυφόρους, ονόματι «nanosats». 

Το φως που εκπέμπεται από το Iota Orionis είναι σχετικά σταθερό το 90% του χρόνου, αλλά στη συνέχεια «κάνει βουτιά» η οποία ακολουθείται μετά από μια απότομο αύξηση του φωτός. «Οι διακυμάνσεις φαίνονται εντυπωσιακά παρόμοιες με ένα ηλεκτροκαρδιογράφημα που δείχνει τους ρυθμούς των κόλπων της καρδιάς …», είπε ο Herbert Pablo, ο κύριος ερευνητής του πρότζεκτ, ένας μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ στον Καναδά και μέλος του Κέντρου για την Έρευνα Αστροφυσικής του Κεμπέκ (CRAQ). Αυτή η ασυνήθιστη διακύμανση είναι το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης των δύο αστεριών σε μία εξαιρετικά ελλειπτική τροχιά 30 ημερών το ένα γύρω από το άλλο. 

Ενώ τα δύο αστέρια περνούν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους μακριά το ένα από το άλλο, έρχονται σχεδόν 8 φορές πιο κοντά το ένα με το άλλο για ένα σύντομο χρονικό διάστημα μία φορά στην κάθε τροχιά τους. Τότε, η βαρυτική δύναμη μεταξύ των δύο γίνεται τόσο δυνατή που παραμορφώνει γρήγορα τα σχήματά τους, σαν κάποιος να τραβάει την άκρη ενός μπαλονιού, προκαλώντας τις ασυνήθιστες αυτές διακυμάνσεις στο φως. Είναι η πρώτη φορά που αυτό το φαινόμενο έχει παρατηρηθεί σε ένα τόσο υπερμεγέθες σύστημα (35 φορές μεγαλύτερο από τη μάζα του Ήλιου). Μάλιστα, το φαινόμενο αυτό είναι μια τάξης μεγέθους μεγαλύτερης από άλλα συστήματα που είχαν παρατηρηθεί στο παρελθόν και, έτσι, επιτρέπει τον άμεσο προσδιορισμό των μαζών και ακτινών των συστατικών του.